Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Τοπ-16. Οι αντίπαλοι του Παναθηναικού.


O όμιλος του Παναθηναικού στο τοπ-16 δεν έχει τα μεγαθήρια που υπάρχουν στον όμιλο του Ολυμπιακού, αλλά όσο να ναι δεν θα είναι και περίπατος. Υπάρχουν δυνάμεις ανερχόμενες και ομάδες με πολύ μεγάλο κίνητρο να βρεθούν εκεί που σπάνια βρίσκονται. Δηλαδή, πόσες φορές έχουν περάσει στους οκτώ η Μάλαγα και η Κουμπάν; Κάποια από τις δύο θα μείνει έτσι κι αλλιώς απ'εξω αν περάσουν οι πράσινοι. Για να δούμε συνοπτικά τους αντιπάλους, με τη βοήθεια απλών στατιστικών από το επίσημο σάιτ της ευρωλίγκα και προηγμένων από το RealGm.

 Το φαβορί.

 Ο όμιλος έχει φυσικά ακλόνητο φαβορί, και αυτό δεν είναι άλλο από τη Φενέρ του Ζέλικο Ομπράντοβιτς, μία ομάδα η οποία δεν κάνει λάθη. Αυτό δεν είναι παράξενο, καθώς τόσο εκείνη, όσο και η Μπαρτσελόνα που βρίσκεται μαζί της στην κορυφή της λίστας με τις πιο "προσεκτικές" ομάδες,  έχουν προπονητές  που δίνουν έμφαση στο μελετημένο παιχνίδι μισού γηπέδου, χωρίς να "ψοφάνε" να αυξήσουν τα νούμερα των κατοχών.

 Στη Φενέρ, αυτό που προέχει είναι η δημιουργία ενός καλού μις ματς, με προτίμηση αυτό να συμβαίνει κοντά στο καλάθι. Η μπάλα δεν γυρνάει με την ταχύτητα που συναντάμε σε άλλες ομάδες (π.χ. Λοκομοτίβ), αλλά μοιράζεται μελετημένα σε όσους μπορεί να έχουν πλεονέκτημα. Ετσι βρίσκουν τους πόντους τους π.χ. οι Ντατόμε και Ούντο, δύο παίκτες που εκμεταλλεύονται κατά κόρον το σύστημα του Ζοτς και έχουν προσαρμοστεί σε αυτό. Ο Ιταλός ειδικά, υπό τον Ομπράντοβιτς είναι άλλος παίκτης, έχοντας σουτάρει διπλάσια δίποντα από τρίποντα, όταν στην τελευταία του χρονιά στην ευρωλίγκα οι προσπάθειες αυτές ήταν κομμένες ακριβώς στη μέση. Ο Ντατόμε έχει αναπτύξει το παιχνίδι του και εξυπηρετεί ταυτόχρονα και κάποια χαμηλά σχήματα.


Κατά τα άλλα, η ομάδα έχει μεγάλο βάθος, έχει εμπιστευτεί στον Σλούκα τον βασικό ρόλο της καθοδήγησης στην περιφέρεια και δίνει στον Βέσελι σταθερά την ευκαιρία να αναδειχθεί ως το καλύτερο πεντάρι της ηπείρου. Φέτος ο Τσέχος δεν έχει μοιραστεί τις θέσεις 4-5,  αλλά είναι σταθερά ο ψηλός που θα σκρινάρει για την αρχή της επίθεσης και θα ρολάρει στο καλάθι. Στην άμυνα είναι ο ακορογωνιαίος λίθος, και αν δείτε πως περιόρισε στον τελευταίο αγώνα τους γκαρντ της Χίμκι στήνοντας παγίδες, θα το καταλάβετε.

Τα υπόλοιπα γρανάζια (Αντιτς, Ντίξον,Κάλινιτς, Μελίχ) έχουν δέσει πολύ καλά με τον βασικό κορμό και γενικώς τα πάντα δείχνουν στη θέση τους πλην Μπογκντάνοβιτς. Ο Σέρβος μοιάζει λίγο έξω από τα νερά του, δεν έκανε καλή πρώτη φάση και η κυκλοφορία της μπάλας σταματά κάποιες φορές αναίτια στα χέρια του. Η άνοδος του αναμένεται να βελτιώσει κι άλλο τη Φενέρ, η οποία πάντως ίσως επωφεληθεί ακόμη περισσότερο αν ο Χίκμαν επανέλθει στα αμυντικά επίπεδα που τον έκαναν πολύτιμο. Σλούκας και Ντίξον έχουν άλλωστε συγκεκριμένες αμυντικές αδυναμίες. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το σύνολο του Ζοτς είναι για πολύ ψηλά.

Οι δυνατοί ανταγωνιστές. 

Είμαι περίπου σίγουρος ότι ο Ντούσαν Ιβκοβιτς θα τραβάει τα μαλλιά του με τις αμυντικές επιδόσεις της ομάδας του στην πρώτη φάση της ευρωλίγκα. Το μπάσκετ που οραματίζεται είναι επιθετικό, γρήγορο και δίνει έμφαση στο ταλέντο των παικτών, αλλά για ανάφλεξη του απαιτείται αμυντική σπίθα. 80 πόντοι παθητικό ανά παιχνίδι και defensive rating στον μέσο όρο της διοργάνωσης δεν θα κάνουν τη δουλειά, και η Εφές πρέπει πρώτα από όλα να βελτιωθεί στον τομέα της αναχαίτισης. Για να γίνει αυτό απαιτείται συνεπέστερη δουλειά στο σπάσιμο των πικ εν ρολ, έτσι ώστε οι περιστροφές να μειωθούν και τα σουτ των αντιπάλων να γίνονται υπό χειρότερες προυποθέσεις. 40% έξω από τα 6,75 έχουν όσοι αντιμετωπίζουν τους Τούρκους, επίδοση που αποτελεί την τελευταία της ευρωλίγκα και που δεν την είχε ούτε η Σάσαρι. Εκτός από τη γνωστή τρύπα του Ερτέλ, υπέυθυνοι για αυτό μπορούν να θεωρηθούν οι Τάιους και Μπράουν, από τους οποίους οι αμυντικές απαιτήσεις ήταν μεγαλύτερες. Τσάμπα σκοτώθηκε ο Ντούντα με τον πρώτο νομίζετε;


Τα καλά νέα είναι φυσικά πως οι προοπτικές είναι σαφώς καλύτερες, και πως στην τελική εδώ μιλάμε για επιδόσεις σε έναν επί της ουσίας αδιάφορο κύκλο παιχνιδιών. Η Εφές είναι έτσι κι αλλιώς μία από τις πραγματικά αποτελεσματικές ομάδες της διοργάνωσης και όταν βρίσκει ρυθμό και τρέχει το γήπεδο δεν την πιάνει κανείς. Οι αποστάσεις της στο γρήγορο transition είναι ανοιχτές και ελεύθερα σουτ βγαίνουν πολλά. Το 46,5% στα τρίποντα είναι εντυπωσιακό και μακράν του δευτέρου το καλύτερο σε όλη τη διοργάνωση και για αυτό συνυπευθυνοι είναι η καλή οργάνωση του Ερτέλ, η πληθωρικότητα του Σάριτς και οι πλάγιες επιδόσεις του Τζον Ντίμπλερ (51,8% σε 5,6 προσπάθειες ανά αγώνα, όχι αστεία). Λογικά, καθώς οι αγώνες προχωρούν το πράγμα θα στρώσει, και επίσης λογικά η όλη βελτίωση θα συνοδευτεί και από περισσότερο χρόνο συμμετοχής για τον Τσεντί Οσμάν. Ο μικρός δεν έχει εξελιχθεί σύμφωνα με τις προσδοκίες.


Η Μάλαγα πάλι, συνεχίζει την φετινή της πορεία από εκεί που σταμάτησε πέρυσι, και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι έχει διατηρήσει ατόφια δύο βασικά της στοιχεία. Πρώτον, την πολύ επιθετική άμυνα στους περιφερειακούς των αντιπάλων και δεύτερον την ορμή με την οποία όλοι επιτίθενται στη στεφάνη μετά από δικά τους άστοχα σουτ. Όπως και τη σεζόν που πέρασε, έτσι και φέτος, το σύνολο του Πλάθα βρίσκεται στην κορυφή της λίστας στον τομέα των επιθετικών ριμπάουντ και ανατιλαμβάνεστε πως αυτό για τον Παναθηναικό αποτελεί μία πρόκληση, καθώς οι πράσινοι είναι μία ομάδα που δεν διακρίνεται ιδιαίτερα στον τομέα (14ος σε defensive rebound %).

Παρόλα αυτά, οι Ανδαλουσιάνοι παρουσιάζονται καλύτεροι μάλλον χάρην συγκυρίας. Ο όμιλος αποδείχθηκε σχετικά αδύναμος, με τις Μακάμπι και Σάσαρι να παίζουν χαμηλής ποιότητας μπάσκετ, ενώ η Νταρουσάφκα δεν συνέστησε κάποια ιδιαίτερη απειλή. Οταν βρέθηκε απέναντι στη μελετημένη Μπάμπεργκ , η Μάλαγα σχεδόν διαλύθηκε. Βλέπετε, το αμυντικό σχέδιο δεν έχει από πίσω τους παίκτες για να υποστηρίξουν μία χιονοστιβάδα περιστροφών, ο Γκρέιντζερ λείπει, ενώ η επίθεση σουτάρει πολύ έξω από το τρίποντο και σουτάρει βιαστικά. Πιο αξιόπιστοι είναι οι ψηλοί Χέντριξ και Κουζμίνσκας (πολύ καλός), στους οποίους η μπάλα πάει ομολογουμένως με συνέπεια.  Επίσης, ο Τζάκσον αποτελεί μάλλον τον καλύτερο περιφερειακό σκόρερ που είχε η ομάδα εδώ και χρόνια.

Σαν τελευταίο στοιχείο, να καταρρίψουμε μία κοινή δοξασία, η οποία συνεχίζει να αναπαράγεται δεξιά και αριστερά. Η Μάλαγα είναι μια ισπανική ομάδα που δεν έχει μεγάλη σχέση με την κλασική  σχολή της χώρας, διότι παίζει αργά. Αυτό που την χαρακτηρίζει είναι μπάσκετ χαμηλού ρυθμού, το οποίο με την κατάλληλη πίεση αποδιοργανώνεται πλήρως , ελέω έλλειψης ενός πόιντ γκαρντ κλάσης.


Καλύτερη εικόνα από τις δύο προαναφερθείσες ομάδες παρουσίασε η Λοκομοτίβ Κουμπάν του Γιώργου Μπαρτζώκα, ένα σύνολο άριστα στελεχωμένο, του οποίου το μπάσκετ παρουσιάστηκε στην καλύτερη εκδοχή του στο πρώτο ημίχονο του αγώνα στο ΟΑΚΑ. Καλά σκριν, διεισδύσεις και kick out πάσες για ελευθερα τρίποντα, με τον Ράιαν Μπρόκχοφ να είναι ο "νέος Λοτζέσκι" του Ελληνα προπονητή, ο παίκτης δηλαδή που χωρίς δισταγμό θα τιμωρήσει και την παραμικρή περιστροφή από την πλευρά του. Ακρωγονιαίος λίθος είναι φυσικά ο Μάλκολμ Ντιλέινι, στις εμπνεύσεις του οποίου στηρίζεται το επιθετικό παιχνίδι των Ρώσων, που ψάχνει πάντως και τη γρήγορη μεταφορά της μπάλας από την άμυνα στην επίθεση.

Και εδώ πάντως αξίζει να αναφέρουμε πως , σε αντίθεση με μία δημοφιλή πεποίθηση, η Κουμπάν δεν οφείλει την επιτυχία της στην άριστα εφαρμοσμένη επιθετική τακτική, αλλά στην απόλυτα αποτελεσματική της άμυνα. Ο αμυντικός άξονας στο πικ εν ρολ (Ντιλέινι, Ντρέιπερ,Βορόνοφ και από πίσω Σίνγκλετον) έχει συνδυαστεί με έναν υπερπολύτιμο αμυντικό εργαλείο στις βοήθειες (Κλαβέρ) και έχει φέρει θαύματα. Ο Μπαρτζώκας εκμεταλλεύεται στο έπακρο τα γρήγορα πόδια των Αμερικάνων γκαρντ κάτω από τα σκριν και τα πλεονεκτήματα ενός undersized αθλητικού σέντερ , και καταφέρνει να διατηρέι πολλά μαρκαρίσματα ανέπαφα, πράγμα που ήταν έτσι κι αλλιώς στη φιλοσοφία του. Οι περιστροφές είναι λίγες, τα κλεψίματα πολλά (1η σε μ.ο.) και τα αμυντικά ριμπάουντ σχεδόν εξασφαλισμένα. Η Κουμπάν μαζεύει το 76,3% των διαθέσιμων άστοχων σουτ του αντιπάλου, επίδοση που τη φέρνει δεύτερη, πίσω μόνο από άλλη μία "ομάδα προπονητή", την Μπαμπεργκ.

Η επιστροφή του Ράντολφ έχει προς το παρόν κόψει λεπτά μόνο από τον Κλαβέρ, αλλά αυτό έχει γίνει μάλλον χάρην της ηπιότερης προσαρμογής του Αμερικάνου στα δεδομένα του νέου κοουτς. Καθώς η διοργάνωση προχωρά, το πιθανότερο είναι πως οι δυο τους θα πάρουν λεπτά ταυτόρονα στο παρκέ, και πως μαζί με τον Σίγκλετον θα συγκροτήσουν ένα πολύ ευέλικτο σχήμα ψηλών. Η Κουμπάν θα παραμείνει πολύ δυνατή, όμως δεν πρόκειται για κάποιο ασταμάτητο τρένο. Το πιθανότερο είναι πως ένα ακόμη 2-0 εις βάρος των πρασίνων δεν θα επαναληφθεί.

Οι υπόλοιποι. 



To λογικό είναι πως ο Παναθηναικός θα πρέπει να βάλει από κάτω του μία εκ των τριών ομάδων που μόλις αναλύσαμε για να περάσει τουλάχιστον ως τέταρτος. Ευκολότερος στόχος δείχνει προς το παρόν να είναι η Μάλαγα. Για να γίνει αυτό, οι πράσινοι αναζητούν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα απέναντι της και προπάντων τις λιγότερες δυνατές γκέλες απέναντι στις τρεις ομάδες που συμληρώνουν τον όμιλο. Επιγραμματικά, να δούμε κάποια στοιχεία και για εκείνες.


Η Νταρουσάφακα είναι μία κλασική ομάδα από underachievers, παίκτες που είναι δηλαδή καιρό στη διοργάνωση, χωρίς να έχουν πετύχει κάτι ξεχωριστό. Οι Γκόρντον και Πρέλντζιτς την μπερδεύουν όπως έκαναν με όλες τις προηγούμενες ομάδες που ανήκαν, ο Ερντέν είναι μία του ύψους και πολλές του βάθους, και κανείς από τους Μπιέλιτσα, Αρσλάν, Μαρκοισβίλι, Αλντεμίρ και Χαραγκόντι δεν κάνει κάτι διαφορετικό άπο όσα έχουμε συνηθίσει. Η ομάδα μπαίνει στο τοπ-16 με το χειρότερο eFG%, και για να το πούμε πιο απλά, ουσιαστικά με την πιο δυσλειτουργική επίθεση. Το καλό για εκείνην είναι πως γενικά στην άμυνα παίζει αποτελεσματικά, διότι τα εργαλεία υπάρχουν. Για να ξεκολλήσει επιθετικά, και όπως έδειξε το παιχνίδι με τη Μακάμπι, χρειάζτεαι οι ψηλοί της να βάζουν τρίποντα. Παιχνίδι κοντά στο καλάθι ουσιαστικά δεν έχει κανείς.

O Ερυθρός Αστέρας δεν θα περνούσε στο τοπ-16 με τη στελέχωση που άρχισε τη χρονιά. Σχορτσιανίτης και Μέκελ αποδείχτηκαν λανθασμένες επιλογές και ο βασικός πικ εν ρολ άξονας ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτος. Ο τραυματισμός του Μίτροβιτς περιέπλεξε τα πράγματα ακόμη περισσότερο, μέχρι που ο Ράντονιτς έκανε κινήσεις με την στόφα ενός μάγου. Εδωσε τη μπαγκέτα στον Γιόβιτς και τον ζευγάρωσε με τον έξοχο Τσίρμπες, πήρε ως μπακ απ του δεύτερου τον Στίματς και βρήκε το απόλυτο λαβράκι στο πρόσωπο του Κουίνσι Μίλερ. Το αποτέλεσμα ήταν να παρουσιάσει μία ομάδα που έπιασε τους πάντες στον ύπνο, καθώς τα επιτελεία σκάουτινγκ δεν ήταν προετοιμασμένα να αντιμετωπίσουν ένα τεσσάρι με ελεύθερο ρόλο στο γήπεδο και έναν πρώην αμυντικό γκαρντ που θα έβγαζε 19 ασίστ.

Τώρα είναι. Ο Πέσιτς έφτασε στο τσακ να κάνει κηδεία βάζοντας ως σέντερ τον Σαβάνοβιτς (!) και τεσσάρι τον Τζίπσερ, έτσι ώστε ο Μίλερ να μη βρεθεί μπροστά σε αργά πόδια σέντερ. Ο Αστέρας βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση και γλίτωσε χάρη σε σουτ εκτός λογικής των Γιόβιτς και Γκούντουριτς. Μάλλον τώρα κανείς δεν θα πιαστεί στον ύπνο, αλλιώς κακό δικό τους.

Για το τέλος, είναι η Τσεντεβίτα. Οι Κροάτες αποτελούν μία ομάδα που έπαιξε πάνω από τις δυνατότητες της , όταν άλλοι στον όμιλο της (Αρμάνι) έπαιξαν πιο κάτω. Βασίστηκε κυρίως στην οντότητα του Μίρο Μπίλαν μέσα στη ρακέτα και τη γεμάτη ενέργεια παρουσία του Λούκα Μπαμπιτς, η οποία ήρθε μάλλον ως ευχάριστη έκπληξη και απελευθέρωσε τον Τζέιμς Ουάιτ. Μιας και ο λόγος για τον τελευταίο, να πούμε πως είναι επίτευγμα του Μίρσιτς η ένταξη αυτού και του Πούλεν σε ένα σύνολο με ξακάθαρους ρόλους. Για τον πρώην γκαρντ της Μπαρτσελόνα ειδικά, ομολογώ πως τέτοιες επιδόσεις ήταν περίπου αναπάντεχες. Ερχεται από τον πάγκο, παίζει περίπου 24 λεπτά, και σουτάρει με τα καλύτερα ποσοστά των τελευταιών 4 χρόνων, και γενικώς με τα καλύτερα της καριέρας του στις διεθνείς ευρωπαικές διοργανώσεις. Ολοι οι υπόλοιποι επιτελούν τους ρόλους τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Την Τσεντεβίτα δεν θα την βρει κανείς στα ψηλα οποιασδήποτε στατιστικής κατηγορίας, αλλά ούτε και στα χαμηλά. Οι όποιες νίκες κάνει, στο τέλος θα προσμετρηθούν ως μεγάλες ζημιές.

Συνοπτικά, έχουμε να κάνουμε με ένα γκρουπ διάφορων ομάδων και διάφορων ταχυτήτων, το οποίο προσφέρει στον Παναθηναικό απλόχερα την ευκαιρία να διαπρέψει σε αυτό, παρά τις δυσκολίες. Οι πράσινοι αποτελούν ένα άκρως ομαδικό σύνολο που μοιράζει πολύ τη μπάλα, έχει ρόλους, αλλά ταυτόχρονα υστερεί σε συγκεκριμένα θέματα όπως το μικρό rotation κοντά στο καλάθι από παίκτες που μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά. Λογικά, δεν θα πορευτεί έτσι και θα είναι στους 8, διεκδικώντας με αρκετές πιθανότητες το πλεονέκτημα έδρας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου